ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ - ΟΡΙΣΜΟΣ

Ναυτικοί καλούνται όσοι εργάζονται στα πλοία ή εκτελούν οποιαδήποτε εργασία σχετική με τη θάλασσα, και ειδικότερα όσοι είναι εγγεγραμμένοι με επαγγελματική ιδιότητα κατέχοντας ναυτικό φυλλάδιο.
Οι ναυτικοί πριν μπαρκάρουν σε πλοίο, συμβάλλονται με την πλοιοκτητρία εταιρεία, δηλαδή υπογράφουν συμβόλαιο που ονομάζεται σύμβαση ναυτικής εργασίας, δια της οποίας καθορίζεται το σύνολο των ωρών εργασίας εν πλω και εν όρμω, οι αργίες, οι υπερωρίες, η διάρκεια παραμονής στο πλοίο, η υποχρέωση και αμοιβή για άλλη ιδιαίτερη εργασία, καθώς και ότι άλλο καθορίζεται από τη ναυτική χάρτα.
Όμως όσοι δεν έχουν ταξιδέψει και εργαστεί σε πλοία κυρίως ποντοπόρα, στους περισσότερους θα ήταν αδιανόητο να αποφασίσουν να ακολουθούσουν το επάγγελμα. Όσοι συνειδητά το επιλέγουν, είναι γιατί ήδη γνωρίζουν και αγαπούν τη θάλασσα, ή ένεκα βιοποριστικής ανάγκης. Κανείς άλλος λογικός άνθρωπος δεν θα διάλεγε το επάγγελμα, αφού είναι ολοφάνερη η επικινδυνότητα του.
Είναι φοβερά επικίνδυνο, γιατί η κάθε στιγμή της ναυτικής ζωής ελλοχεύει απεριόριστους κινδύνους από αρρώστιες και επιδημίες, από πειρατείες και παράνομους ναυτικούς καθώς πολλοί μπαρκάρουν για να ξεφύγουν από κάποιο κακό που άφησαν πίσω στη χώρα τους, από επικίνδυνα φορτία που μεταφέρουν, ακόμα και από υπερφορτώσεις για να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη οι εφοπλιστικές εταιρείες.
Η ναυτική ζωή προσφέρει απεριόριστη μοναξιά, κουραστική εργασία με περισσότερες υπερωρίες και με λιγότερο ύπνο. Η ιατρική περίθαλψη είναι ανύπαρκτη καθώς εξαρτάται μόνο από τις ιατρικές γνώσεις του γραμματικού, και η νοσταλγία και ο νόστος καταθλίβουν απεριόριστα τους ναυτικούς που μένουν μακριά από τη στεριά και τις οικογένειες τους μήνες ολόκληρους.
Φυσικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι οι φουρτούνες, οι καταιγίδες και οι αέρηδες, όταν ο άγριος καιρός λυσσομανά και βουλιάζει ακόμα και τα πλέον ασφαλή βαπόρια. Πολλοί είναι οι ναυτικοί που χάθηκαν για πάντα στα βάθη των ωκεανών, και άλλοι περισσότεροι που παρέμειναν σε ξένα λιμάνια για το χατίρι κάποιας αγάπης αφήνοντας πίσω στην πατρίδα πρόσωπα αγαπημένα και φίλους.
Είναι λοιπόν πολύ δύσκολη η ζωή των ναυτικών, και  ουδείς σχεδόν πραγματικά ενδιαφέρεται γι αυτούς. Δυστυχώς οι περισσότεροι κανονισμοί είναι για το τυπικό και το θεαθήναι.
Όμως, υπάρχει και η καλή πλευρά του επαγγέλματος. Δεν είναι τα χρήματα καθώς οι μισθοί δεν είναι μεγάλοι ανάλογα με την επικινδυνότητα του επαγγέλματος, αλλά γιατί μέσα στα πελάγη ο καθένας δύσκολα τα ξοδεύει, και ευκολότερα τα αποταμιεύει.

Είναι επίσης μεγάλη υπόθεση όταν κάποιος  είναι ταξιδευτής του κόσμου. Γνωρίζει καινούργιες χώρες, ξένες κουλτούρες, διαφορετικούς λαούς και νέες θρησκείες. Σε κάθε λιμάνι ανακαλύπτει καινούργιες αγάπες και νέες απολαύσεις που άλλως δεν θα γνώριζε. Αποκτά εμπειρίες και αντοχές, ατσαλώνεται ψυχικά, και συνηθίζει να ζει ανά πάσα στιγμή δίπλα με το θάνατο, καθώς η θάλασσα είναι ένας συνεχής κίνδυνος. Ένας κίνδυνος όμως, που όποιος την μάχεται και την παλεύει, περισσότερο την αγαπά, καθώς έχει μια άγνωστη δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να την ερωτεύονται παντοτινά μέχρι το θάνατο τους. 

ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΠΛΟΙΩΝ - ΟΡΙΣΜΟΣ

Οι εργαζόμενοι στις μηχανές πλοίων, εκτελούν γενικές εργασίες μηχανής καθώς και βάρδιες στις οποίες συμμετέχει  ένας τρίτος μηχανικός, ένας δόκιμος μηχανικός και ένας θερμαστής εάν είναι πλοίο με τουρμπίνες.
Ο Αξιωματικός φυλακής κατά τη κάθοδο του στο μηχανοστάσιο ενημερώνεται από τον προηγούμενο για την κατάσταση των μηχανών και βοηθητικών μηχανημάτων του πλοίου και στη συνέχεια αναλαμβάνει υπηρεσία παρακολουθώντας την καλή λειτουργία των μηχανών και εκτελεί τις εντολές της Γέφυρας.
Ο Δεύτερος Μηχανικός μεταφέρει τις εντολές του Πρώτου στο υπόλοιπο πλήρωμα της μηχανής, και εργαζομενος και ο ίδιος όπου χρειαστεί, επιβλέπει τις εργασίες και τις βάρδιες. 
Ο Πρώτος Μηχανικός είναι υπεύθυνος να επιβλέπει για όλα, για την καλή λειτουργία των μηχανών και των καζανιών (λέβητες παραγωγής ατμού) του πλοίου και να ξέρει σε ποια κατάσταση ευρίσκονται, να φροντίζει για την καλή λειτουργία της κύριας μηχανής αλλά και των άλλων βοηθητικών μηχανημάτων, καθώς και το μικρό τιμονάκι να μην έχει απώλεια υδραυλικού υγρού ώστε να κρατά την πορεία του πλοίου σταθερή. Έχει καθήκον να μεριμνά ώστε να υπάρχουν ανταλλακτικά και καύσιμα. Να φροντίζει οι υφιστάμενοι του να ελέγχουν τις σεντίνες για τυχών διαρροές και να μεριμνούν για το άδειασμα του έρματος (των άχρηστων υγρών, λαδιών και καυσίμων) από αυτές. Να ελέγχεται το θαλασσινό νερό που χρησιμοποιείται για σαβούρωμα, καθώς και το πόσιμο στις δεξαμενές και στον evaporator (βραστήρας παραγωγής από θαλασσινό νερό σε πόσιμο). Πρέπει να έχει εξειδικευμένες γνώσεις περί ηλεκτρισμού καθώς ο ηλεκτρολόγος είναι και αυτός υφιστάμενος του. Είναι επίσης υπεύθυνος για την καλή λειτουργία όλων των βοηθητικών μηχανημάτων στην κουβέρτα, στη κουζίνα, στα ψυγεία και στους ψυκτικούς θαλάμους.
Είναι με λίγα λόγια υπεύθυνος να γίνονται όλα αυτά από τους υφισταμένους του μηχανικούς, οι οποίοι είναι υπόλογοι σε αυτόν με ιεραρχική σειρά. Το πλήρωμα μηχανής αποτελείται από τον πρώτο, τον δεύτερο, τρεις τρίτους ή junior (τρίτοι βοηθοί μηχανικοί), τον ηλεκτρολόγο, τρεις θερμαστές, τρεις δόκιμοι ή λαδάδες, και ένας καθαριστής. Όλη η καλή λειτουργία στο μηχανοστάσιο και κατ επέκταση όλου του πλοίου, εξαρτάται από αυτούς.
Πρέπει να είναι καλά καταρτισμένοι γιατί από αυτούς εξαρτάται η καλή λειτουργία όλων των μηχανών και μηχανημάτων. Αυτοί τα χειρίζονται, τα συντηρούν, και τα επισκευάζουν. Και για ότι τυχόν πρόβλημα οι υφιστάμενοι μηχαναικοί δεν μπορούν να θεραπέυσουν, πρέπει ο Πρώτος να γνωρίζει και να τους καθοδηγεί, αλλά και να το διορθώνει ο ίδιος χειρονακτικώς εάν χρειαστεί. 
Η ζωή σε ένα πλοίο είναι η μικρογραφία μιας πολιτείας. Έχει όλες τις υποδομές όπως ηλεκτρισμό, αποχετεύσεις, κλιματισμό, πόσιμο νερό, τροφοδοσία, αλλά κυρίως αυστηρή διοίκηση. Το γενικό πρόσταγμα και ευθύνη έχει ο καπετάνιος που είναι ο απόλυτος διοικητής, αλλά σχεδόν ταυτόσημη εξουσία έχει και ο Α΄ μηχανικός με τον οποίο ο πλοίαρχος οφείλει να έχει στενή συνεργασία, διότι χωρίς αυτήν, το πλοίο δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά.
Ο πρώτος μηχανικός με τους βοηθούς του είναι η ψυχή του πλοίου. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί το πλοίο να πλεύσει, ούτε το πλήρωμα να έχει τις ανέσεις μιας καλής διαβίωσης, αλλά και οι ναύτες στην κουβέρτα, δεν μπορούν να εργαστούν, καθώς όλες οι εργασίες διεκπεραιώνονται με μηχανήματα. Το φόρτωμα και ξεφόρτωμα γίνεται με γερανούς, οι αντλίες που φορτώνουν ή ξεφορτώνουν υγρά εμπορεύματα κινούνται με ηλεκτρισμό ή ατμό. Η άγγυρα βιράρει και μαϊνάρει με ατμό ή ηλεκτρισμό. Ακόμα και τα ματσακονια, δουλεύουν πλέον με αέρα.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ

Φουρτούνες, αέρηδες, κυκλώνες και καταιγίδες, συνοδεύουν τους ναυτικούς στα ποντοπόρα τους ταξίδια με τα υπερωκεάνια πλοία καθώς πλέουν τους ωκεανούς από λιμάνι σε λιμάνι.
Πολλές φορές εν μέσω των άγριων φυσικών στοιχείων προσευχήθηκαν να μην είναι το τελευταίο τους ταξίδι. Πολλές φορές αναρωτήθηκαν αν θα φτάσουν στο επόμενο λιμάνι.
Τόχει η μοίρα τους να ζουν στην αγωνία των υπερφυσικών δυνάμεων του υδάτινου στοιχείου, που με ισχύ κινεί δισεκατομμύρια όγκων νερού πότε απαλά, πότε δυνατά, μετακινώντας πολλές φορές στο διάβα  του στεριές και ακρογιάλια.
Τόχει η μοίρα τους να υπομένουν τον αφόρητο τρόμο κάθε φορά που τα μεγάλα κύματα ανασηκώνουν το πλοίο ψηλά στον ουρανό και το αφήνουν να κρεμιέται σε θεόρατα ύψη. Να ακούν το φοβερό τρίξιμο του όταν βαλαντώνει στον αέρα και να μετρούν τα δευτερόλεπτα ώσπου το κύμα να το εναποθέσει και πάλιν στα πλατιά νερά.  
Η ήρεμη θάλασσα ποτέ δεν έβγαλε επιδέξιους ναυτικούς, γι αυτό κανένας τους δεν μαραζώνει για ταξίδια μακρινά με ποντοπόρα πλοία, ούτε οι νησιώτες με τα καΐκια που ξανοίγονται σε πελάγη ανοιχτά με τις άσπρες κορφές των αγριεμένων κυμάτων να υψώνονται σε τρία και τέσσερα μέτρα.
Και όταν στους ωκεανούς τα δυσθεώρατα κύματα κρύβουν τον ουρανό, από τα μεγάλα παράθυρα της γέφυρας οι ναύτες κοιτάζουν το πλοίο να βυθίζεται κάτω από το νερό σε κάθε κύμα που ξεθυμαίνει, και ακολούθως το βλέπουν να στέκει στον αέρα σε ύψη δυσθεώρατα, όταν τα μεγάλα κύματα το φέρνουν στην κορφή τους.
Και πίσω από τις σφραγισμένες σιδερένιες πόρτες, άλλοι στη μηχανή και άλλοι στη γέφυρα, κρατημένοι στα ακίνητα μέρη του πλοίου προσπαθούν να βρίσκουν ισορροπία από το μεγάλο μπότζι, ή περπατούν με ανοιχτά τα πόδια για να εξισορροπούν, γέρνοντας το σώμα τους στην αντίθετη φορά που γέρνει το πλοίο. Κανείς τους δεν μπορεί να κοιμηθεί, ούτε να κλείσει μάτι, καθώς όποιος το προσπαθήσει γκρεμίζεται από τη κουκέτα. Κάθονται σε στερεωμένους καναπέδες και καρέκλες στη τραπεζαρία, ή όρθιοι γέρνουν στον μπουλμέ πίσω από τα φινιστρίνια. Σιωπηλοί χωρίς να μιλούν, κοιτάζουν έξω την ταραγμένη θάλασσα και σκέφτονται σε πόσα μποφόρ μπορούν να αντέξουν. Η αγωνία σχηματίζεται στα πρόσωπα τους όταν το πλοίο ανεβαίνει ψηλά, γιατι με το κρέμασμα του στο ψηλό κύμα μπορεί να κοπεί στα δυό, ενώ η ανακούφιση έρχεται κάθε φορά που το πλοίο κάθεται κάτω στη βάση του κύματος που φεύγει, και χωρίς να φοβούνται όταν το νερό σκεπάζει ολόκληρο το σώμα του πλοίου, καθώς γνωρίζουν πως τα στεγανά του καλά το προστατεύουν να μη βουλιάξει. Και αναμένοντας το επόμενο κύμα, σκεφτικοί μένουν σιωπηλοί μέσα στις κρυφές τους μαύρες σκέψεις.
Είναι μια συνεχής επικίνδυνη ζωή που ζουν οι ναυτικοί, πολύ διαφορετική και ασυνήθιστη από τη στεριανή. Τη διέπουν άλλοι κανόνες και μια διαφορετική ηθική, μια ζωή προσαρμοσμένη στις δυσκολίες της απομόνωσης και της σκληρής εργασίας.
Και δεν λυπούνται ποτέ τους, ούτε μια σταλιά για το επάγγελμα τους. Δεν σκέφτονται καμιά φορά, πως μετάνιωσαν για την επιλογή τους. 
Στην οδύνη του φόβου όταν η θάλασσα θυμώνει και της αφόρητης νοσταλγίας για όσους στη στεριά τους περιμένουν, ταξιδεύουν χωρίς διακοπή ως μια νοσηρή έλξη να τους κυριεύει.
Όσοι είναι ναυτικοί έχουν την ψυχή στο διάβολο ταγμένη, λένε στα ποιήματα τους κάποιοι φωτισμένοι ποιητές… 
Μα όχι, λέω εγώ που έχω ταξιδεύσει και υπομείνει πολλά δεινά ως ναυτικός. Δεν είναι γιατί πούλησαν τη ψυχή τους, είναι που αγάπησαν τη θάλασσα, γιατι ναι είναι δύσκολη και αβάσταχτη, αλλά όποιος τη μάχεται τη συνηθίζει και την ερωτεύεται, του γίνεται συνήθεια και βίωμα. Όσους κινδύνους δίνει, τόσες χαρές προσφέρνει. Μεσήλικες ναύτες δεν μπορούν τη στεριά, προτιμούν τη μοναξιά των απέραντων ωκεανών και τη μουσική των φλοίσβων των απαλών κυμάτων και το βουητό των αέρηδων όταν ο καιρός γεμώνει και η θάλασσα φουσκώνει. 
Νιόμπαρκα παλικάρια βιώνουν εν πλω την απανθρωπιά και το θυμό των σκληροτράχηλων άλλων ναυτικών, και εν όρμω μαθαίνουν τις γλυκείες ηδονές και τα μυστικά του πληρωμένου έρωτος και  της απόλαυσης μέσα σε αγκαλιές πρόστυχων γυναικών.
Παθαίνουν από τροπικές αρρώστιες και γεμώνουν πληγές θανατερές, και μαθαίνουν απαγορευμένα βότανα και μεθυσμένους έρωτες μέσα στα λιμανίσια καταγώγια. 
Μέρες και μήνες, οι ναύτες στα τάνκερ περιμένουν με αδημονία τις λίγες ώρες που θα δέσουν σε κάποιο ντόκο, να τρέξουν στα μπαρς και να αφεθούν στη πλάνη του πιοτού και στην αγκαλιά γυναικών με βαμμένα κόκκινα χείλια που τονίζουν την αισχρή δουλειά τους, που θέλουν πρώτα την πλερωμή τους και ύστερα με χαρά προσφέρουν τη προσποιητή αγάπη τους.
Η ναυτική ζωή είναι σκληρή, αλλά και γλυκιά. Είναι ένας καημός και ένας έρωτας για τη θάλασσα. Και καθώς λέει το άσμα,
Καπεταναίοι και τόσοι άλλοι, 
λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί
καθένας έχει και τον καημό του,
έτσι είμαστε εμείς οι ναυτικοί. 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ

Και είπεν ο θεός την Τρίτη μέρα να συγκεντρωθούν τα ύδατα από όλον τον ουρανό πάνω στη γη, και ύστερα είπε να ξεχωριστούν από τη ξηρά. Και ονόμασε τη γη ξηρά, και τα νερά θάλασσα.
Και δημιούργησε τη θάλασσα ανεξερεύνητη, ανυπέρβλητη και απρόβλεπτη, όμως όμορφη, απαράμιλλη, και ασύγκριτη.
Την έκαμε να αλλάζει και να μεταβάλλεται έως σήμερα, έκαμε τα βάθη και τη μορφολογία της να διαμορφώνονται ανάλογα με τα ρεύματα και τους σεισμούς, να παίρνουν διάφορες μορφές και να σχηματίζουν κοιλάδες και χαράδρες άλλοτε με πυκνή βλάστηση και άλλοτε έρημα τοπία σκεπασμένα παντοτινά με το αλμυρό νερό χωρίς το φως του ήλιου πολλές φορές να φτάνει στα απύθμενα βάθη της.
Ήδη αλμυρή εκ γενέσεως της, εντός της γεννήθηκε και εξελίχθητε η πρώτη ζωή που όσες θεολογικές καταβολές τη διέπουν, δεν μπόρεσε η τεκμηριωμένη γνώση των επιστημόνων να αντιπαρατεθεί μαζί τους. Ίδια συμφωνούν όμως, πως η θάλασσα είναι το λίκνο της ζωής.
Πλούσιος ο φυτικός της κόσμος που ποικίλει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Θαλάσσια φυτά και γιγάντια φύκη που οι επιστήμονες ακόμα δεν γνωρίζουν πως βλάστησαν και πως εξελίχθησαν. Μυριάδες ήδη ζωής, μικροσκοπικοί και αόρατοι οργανισμοί έως θεόρατα ψάρια και παράξενοι δράκοι των παραμυθιών την κατοικούν.
Μυριάδες τόνοι νερού δημιουργήθησαν και σκέπασαν τη γη όταν οι υδρατμοί στην ατμόσφαιρα πύκνωσαν και έπεσαν δημιουργώντας λίμνες και θάλασσες.
Θάλασσες μικρές και μεγάλες, κλειστές και ανοιχτές, πελάγη και ωκεανοί.
Θάλασσες φουρτουνιασμένες και γκριζωπές, θάλασσες  γαλάζιες και γαληνεμένες.

Στο μικρό μου το χωριό η θάλασσα της Μεσογείου έβρεχε ολόκληρη τη νοτιοδυτική μεριά. Συνήθως ήταν πολύ φουρτουνιασμένη, γιατί ήταν ένας τόπος ανοιχτός στους νοτιοδυτικούς ανέμους και κυρίως στον Πουνέντε που όποτε είχε κακοκαιρία στα Ελληνικά πελάγη, με ορμή τους μετέφερε στη περιοχή μας καθώς ο τόπος της Πάφου είναι στο διάβα του. Έβγαζε ορμητική τρικυμία που χτυπούσε τη στεριά από τις ακτές της χερσονήσου του Ακάμα, μέχρι την πέτρα του Ρωμιού και βάλε.
Και το μικρό χωριό μου έστεκε στη μέση. Οι ακτές χειμώνα καλοκαίρι θαλασσοδαρμένες, από πάντα λούζονταν στους υδρατμούς των φοβερών κυμάτων που με μανία έσκαγαν στα άγρια βράχια που ακατάλυτα έστεκαν στην ακτή και σταματούσαν την ορμή τους.
Τα μεγάλα ρεύματα επικίνδυνα ανακάτευαν τα νερά. Σχημάτιζαν δίνες που τα έσπρωχναν και τα μετακινούσαν με ορμή. Μαζί με τα θεώρατα κύματα αποτελούσαν μια μεγάλη δύναμη, μια μεγάλη απειλή, που έκαναν τη θάλασσα της Χλώρακας πολύ επικίνδυνη. Από μικρός θυμάμαι, πολλοί έχασαν τη ζωή τους σ αυτήν, κυρίως  αυτοί που την αψηφούσαν ή που δεν την λογάριαζαν στα σοβαρά.
Είναι οι θάλασσες της Χλώρακας λοιπόν άγριες, και παρ όλο που είναι μικρό χωριό με λίγους κατοίκους, κάθε χρόνο δυστηχώς μέσα στις καλοκαιρινές καυτές μέρες χάνονται άνθρωποι, όταν βουτούν για να δροσιστούν. Οι πρωτινοί αλλά και οι σημερινοί λένε πως, καμιά φορά δεν προσπέρασε χρονιά χωρίς πνιγμένους.

Σ αυτόν τον άγρια όμορφο τόπο γεννήθηκα πολλά χρόνια πριν, που όμως θυμάμαι με πολλή νοσταλγία εκείνους τους καιρούς τους δύσκολους και πέτρινους που μέσα σε μια μίζερη και πολύ φτωχή διαβίωση αναγειώθηκα και ανδρώθηκα.
Θυμάμαι πως δεν είχαμε φαί, ούτε καν τον επιούσιο. Ήμουν αδύνατος και σκελετωμένος, αλλά παρ όλη τη δυσχέρεια της φτωχής μου διαβίωσης, ποτέ μου δεν έκλαψα ή παραπονέθηκα.
Με παρηγοριά την απέραντη και πανέμορφη θέα της θάλασσας, ξεχνιόμουν στις αναπολήσεις μου. Η βουή της και ο βρυχηθμός της έφταναν ως τα παραθύρια της μικρής παράγκας που κατοικούσα, και διαπερνόντας τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, γέμιζαν φόβο την παιδική μου καρδιά. Ένας φόβος όμως που ύστερα όσο μεγάλωνα, μου έγινε συνήθιο και η βουή του θαλασσινού ανέμου απαραίτητη σαν γλυκό νανούρισμα. Ένα φύσημα ανέμου που άλλοτε με δύναμη και θυμό βρυχοταν, και άλλοτε ήρεμα  και γαλήνια χάιδευε τα κύματα που απαλά έσκαγαν στις ακτές.
Και στη μεγάλη σχόλη της παιδικής μου ηλικίας πήγαινα και έστεκα στις πέτρινες ακτές και  κοίταζα ώρες ατέλειωτες τα άπλετα νερά. Και ο νους μου έτρεχε σε μύριες σκέψεις, χωρίς όμως να μπορεί να εννοήσει τα μεγάλα μυστήρια που φανερά έκρυβε στην επιφάνεια και στο βυθό της. Με έκσταση την παρακολουθούσα να απλώνεται εμπρός μου μεγαλόπρεπη, και στο βάθος να ενώνεται με τον ουρανό και να σχηματίζει τον κύκλο της γης. Και εγώ ο  καημένος που σαν παιδί λίγα γράμματα ακόμα γνώριζα, δεν δινόμουν να εννοήσω όλα τούτα τα μυστήρια. Νόμιζα πως έβλεπα την άκρη, εκεί που τελειώνει ο κόσμος...
Και ήμουν ευχαριστημένος που έβλεπα την άκρια της γης.

Λένε οι άνθρωποι πως η φουρτουνιασμένη θάλασσα συμβολίζει προβλήματα και στενοχώριες. Λένε ακόμα πως, αν τα κύματα βγαίνουν στη στεριά, μέρες ευτυχίας και ευζωίας θα έρθουν στους ντόπιους κατοίκους. Στις παραλίες της Χλώρακας συνέβαιναν και τα δύο, ώστε επικρατούσε μια μέση κατάσταση, ούτε ανυπέρβλητη δυστυχία, ούτε όμως και ευτυχία. Τόπος ξερός από χώμα και νερό, οι κάτοικοι ησχολούντο σε χειρονακτικές εργασίες ως πετροκόποι, κτίστες και ξυλουργοί. Αυτά ήσαν τα συνήθη επαγγέλματα, και μόνο λίγοι γονείς μπόρεσαν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι μόλις τελείωναν το δημοτικό σχολείο, αφού κάποιος για να φοιτήσει σε γυμνάσιο πλήρωνε δίδακτρα.
Σε αυτές τις καταστάσεις και τις δύσκολες συγκυρίες έζησα έως τα δεκαοκτώ μου, μια κακή εποχή που όλος ο πληθυσμός διαβιούσε δύσκολα, και εργασία για τους περισσότερους δεν υπήρχε.  Ούτε το φαγητό αρκούσε για να θρέψουν τα παιδιά τους καθώς η γη ήταν άγονη, ήταν σχεδόν ολόκληρη καυκάλα. Ένα τοπίο πέτρινο, αλλά καταπράσινο από σχοινιές και αρκόσσιηλλες που βλάσταιναν ανάμεσα στις άγριες ξερολιθιές. Και ανάμεσα τους πλούσια διάνθιζαν την πλάση κυκλάμινα και μαχαιράδες και άλλων λογιών άγρια όμορφα λουλούδια.
Ήταν ένας ωραίος τόπος που παρ όλα τα δύσκολα που πέρασα ένεκα των φτωχών καιρών, εντούτοις έμεινε στην καρδιά μου παντοτινά αγαπημένος.
Το μικρό σπιτάκι μας που άδειασε πολύ γρήγορα από τις παιδικές φωνές καθώς όλα τα μεγαλύτερα από μένα αδέρφια έφυγαν σε άλλες επαρχίας για αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος, ήταν στην άκρη του χωριού μοναχικό και χωρίς καθόλου ανέσεις. Ούτε πόσιμο νερό, ούτε και ηλεκτρισμό. Πίναμε νερό από ένα βαθύ λάκκο εφτά οργιών που το βγάζαμε με ένα αλακάτι που είχαμε, και προσέχαμε να μην καταπιούμε τις βδέλλες που μπόλικες ήταν μέσα στο λάκκο. Και όταν η νύχτα ερχόταν, πέφταμε στα κρεβάτια ενωρίς, καθώς κάναμε οικονομία στο πετρέλαιο που άναβε τη λάμπα. Μια λάμπα φυτιλιού και μοναδική που μόλις φέγγιζε, και γι αυτό έπρεπε να διαβάζουμε τα μαθήματα μας από ενωρίς, πριν ο ήλιος δύσει.
Η μάνα μας φύτευε λίγα χορταρικά και πατάτες για να μας θρέψει. Και εμείς μετά το σχολείο, τη βοηθούσαμε μέσα στο μικρό χωραφάκι που ήταν στην αυλή. Βοτανίζαμε τα χόρτα και τσαπούσαμε τις τάβλες.
Και στην αρχή του καλοκαιριού όταν τα τρεμίθια ώριμα πλέον, τα μαζεύαμε και τα παίρναμε στο μήλο και τα αλέθαμε να βγάλουμε το λάδι τους. Ένα λάδι πικρό που μας έκαιε τον ουρανίσκο και τα σωθικά, και που χρησιμοποιούσαμε από ανάγκη αφού δεν είχαμε χρήματα να αγοράσουμε από τον μπακάλη σπορέλαιο. Το ονομάζαμε τρεμιχόλαο και είχε μια σκληρή γεύση που μας πίκραινε κυριολεκτικά σαν φαρμάκι και δεν μας άρεσε, μα που τώρα μετά από τόσα χρόνια που έχουν παρέλθει, τη γεύση του πεθυμώ και νοσταλγώ.
Τις καλοκαιρινές ημέρες καθημερνώς περνούσε από το στενό δρομάκι έξω από την αυλή μας ένα μικρό φορτηγάκι με ανοιχτή την πίσω πόρτα, που αγκομαχώντας με πρώτη και δεύτερη ταχύτητα, κυλούσε σιγά στον κατήφορο.
Και όλα τα παιδιά της γειτονιάς τρέχοντας σκαρφαλώναμε πάνω και μας έπαιρνε στη θάλασσα. Ο σοφέρ ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που έπασχε από ρευματισμούς, καθυμερινά πήγαινε να χωστεί στη ζεστή άμμο για να του περάσουν οι πόνοι. Και όλους μας άφηνε να σκαρφαλώνουμε στο όχημα του και μας κουβαλούσε με ευχαρίστηση, το μόνο που ζητούσε, ήταν λίγη βοήθεια, τον θάβαμε μέχρι το λαιμό στην άμμο, μέσα σε ένα λάκκο που σκάβαμε. Και όσο άντεχε τη κάψα από τον άμμο, εμείς κολυμπούσαμε και πλατσουρίζαμε μέσα στα ήσυχα και γαλανά νερά της θάλασσας της Χλώρακας.

Και πριν τα χρόνια περάσουν ώστε να μάθω κολύμπι, έμπαινα στα ξέβαψα νερά,  χωρίς να τολμώ να πάω στα βαθιά. Αλλά όταν καμιά φορά κάποιος έφερνε μαζί του εσωτερικό λάστιχο αυτοκινήτου φουσκωμένο με αέρα, γεμάτοι χαρά κρεμιόμασταν πάνω όσοι χωρούσαμε, και ξανοιγόμασταν στα βαθιά.
Και από τα βαθιά έβλεπα έναν άλλο κόσμο, έβλεπα τη στεριά διαφορετική, ξερή και κίτρινη κάτω από τον ήλιο. Έβλεπα την καυτή αύρα να αιωρείται και να γεμίζει πούσι την ατμόσφαιρα, και εγώ μέσα στα δροσερά νερά της θάλασσας ένιωθα τη δροσιά της.

Καμιά φορά όμως δεν μου πέρασε τότες από το μυαλό πως ήθελα να γίνω ναυτικός, ή πως τη θάλασσα θα την αγαπούσα τόσο πολύ όπως τώρα αγαπώ. Γιατί σαν παιδί την αγάπησα καθώς έπαιζα μαζί της, μα τώρα την αγάπησα καθώς αυτή έπαιξε μαζί μου όταν η μοίρα με οδήγησε από πολύ ενωρίς να μπαρκάρω στα καράβια και να τη ζήσω και από την καλή και την κακή της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Από μικρός ένιωθα, σκεφτόμουν και συμπεριφερόμουν σαν μεγάλος. Αναρωτιόμουν γιατί οι μεγαλύτεροι κάποιες φορές μούλεγαν όταν θα μεγαλώσω θα πήξει το μυαλό μου. Δεν σκεφτόμουν σαν μικρός παρά μόνο καταλάβαινα ότι ίσως οι μεγάλοι σκέφτονταν σαν μικροί.
Μεγάλωσα και έζησα όλα τα παιδικά μου χρόνια φτωχικά, χωρίς φαγητό τις παραπάνω μέρες. Θυμάμαι τους κρύους χειμώνες χωρίς θέρμανση, τα κρύα μπάνια, ακόμη και το μαγείρεμα πανω στη νηστιά από ξύλα αφού δεν υπήρχε αέριο στο γκάζι.
Απο τον μπακάλη του χωριού αγοράζαμε μονο ψωμί, πάντα βερεσέ που το ξοφλούσαμε με πολλη δυσκολία.
Ήσαν χρόνια παιδικά δύσκολα και φτωχικά, θυμάμαι τη μάνα μου άρρωστη να υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου και να πεθαίνει νέα χωρίς να προλάβει να γεράσει.
Όταν πέρασαν τα χρόνια οι θύμισες έμειναν ανεξίτηλες, αλλά άντλησα μεγαλη έμπνευση και εμπειρίες από όσα έζησα σαν παιδί, ήταν εμπειρίες που με σημάδεψαν και με βοήθησαν να γίνω καρτερικός και υπομονετικός, κυριότερα έμαθα να βασίζομαι στον εαυτό του. Με τις δυστυχίες και τις κακουχίες και χωρίς τα ελέη Θεού, ήταν φτωχά παιδικά χρόνια που θα με ακολουθούσαν για πάντα στην υπόλοιπη μου ζωή  και θα επιδρούσαν  καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και θα επηρέαζαν την μετέπειτα εξέλιξή και συμπεριφορά μου.
Τέλειωσα το σχολείο, έμαθα γράμματα και Εγγλέζικα, και αποφάσισα να ξενιτευτώ, να πάω στα καράβια. Ένιωθα πως δεν με χωρούσε ο τόπος, ένιωθα γυρω μου τοίχους που με φυλάκιζαν και περιόριζαν τους ορίζοντες μου, τοίχους που ήταν όμως μικροί να με κρατήσουν, έτσι μια μέρα τους προσπέρασα και έφυγα μακριά τους. Αποτίναξα τα στενά δεσμά του περιβάλλοντος μου, πλάτυνα τη  στράτα που περπατούσα και ανοίχτηκα στα πέρατα του κόσμου. Έγινα διαβάτης και περπάτησα τη γη, έγινα θαλασσινός και έπλευσα τη θάλασσα, είδα και γνώρισα πόλεις και χωριά, καινούργιους τόπους και ανθρώπους, νέα ήθη και έθιμα, άλλες κουλτούρες και νέα πραγματα αληθινά μυστήρια.
Θυμάμαι πολύ έντονα τους τελευταίους μήνες στο στρατό, υπηρετούσα σε ένα φυλάκιο στη βόρεια περιοχή της Πόλης. Έβρισκα δουλειά στα χωράφια με πέντε σελίνια μεροκάματο. Ήταν σκληροτράχηλα τα αφεντικά, δεν μπορούσα ούτε ανάσα να πάρω και δούλευα σκληρά. Το μεροκάματο πολύ μικρό, αλλά καθόλου δεν με πείραζε, φτάνει που κάθε τόσες μέρες έβρισκα δουλειά. Φύλαγα τα πέντε σελίνια με ευλάβεια, όταν απολύθηκα είχα φυλαγμένες τρεις λίρες. Κατάφερα και βρήκα δουλειά σε μια αποθήκη με είκοσι λίρες το μήνα. Ήταν όμως  πολύ προσωρινή, γιατί σε πολύ λίγο καιρό έφαγα πόρτα, μου έφαγε τη δουλειά κάποιος συγγενής του αφεντικού. Όμως εκείνη τη μέρα τη θυμάμαι πολύ καλά, γιατί μέτρησα τις λίρες που με πολύ κόπο είχα μαζέψει και φυλάξει, και ήταν όσες αρκούσαν να αγοράσω ένα εισιτήριο στο πλοίο «Κνωσός».

Ανέβηκα στο βαπόρι και το μεγάλο ταξίδι ξεκίνησε…
Και έστεκα στην πρύμνη και κοίταζα τους τόπους μου να μένουν πίσω. Το πλοίο που με έπαιρνε μακριά έμαθα πως έκανε το στερνό του ταξίδι και θα παροπλιζόταν. Ήταν γέρικο, το είχε φάει η θάλασσα. Το μόνο που έλπιζα ήταν το δικό μου ταξίδι να μην ήταν το τελευταίο από την πατρίδα μου, έλπιζα να με βοήθαγε ο Θεός και κάποτε να γύριζα πίσω με προκοπή.
Με ανήσυχες σκέψεις να μου γεμίζουν το μυαλό έστεκα και αποχαιρετούσα το νησί μου ώσπου η στεριά χάθηκε και έμεινε μονο η απέραντη θάλασσα.
Η ωρα πέρασε και το σούρουπο με βρήκε στην ίδια θέση ακουμπισμένο στα ρέλια. Το εισιτήριο που αγόρασα ήταν το φτηνό, θα την έβγαζα ξάγρυπνος στην κουβέρτα.
Στεκόμουν με τις σκέψεις να μου τριβελίζουν το νου κάνοντας σχέδια και σκέψεις για το άγνωστο μέλλον που με ανέμενε, με μια ελπίδα στην καρδιά να είναι καλύτερο από το μίζερο μου παρελθόν.
Ύστερα ήρθε το πρωί και το φως της ημέρας φανέρωσε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που έσβηνε στις μακρινές αποστάσεις των οριζόντων. Ένιωσα τα βλέφαρα μου να βαραίνουν, έκατσα και έγειρα τη ράχη στον μπουλμέ του πλοίου και αποκοιμήθηκα με τον δροσερό αέρα της θάλασσας να μου σκάφτει δροσερά τα πρόσωπο.
Με τον παφλασμό του πλοίου στα κύματα για νανούρισμα, κοιμήθηκα κάμποση ωρα, ώσπου ο ήλιος με χτύπησε κατακούτελα και ξύπνησα. Έμεινα αγουροξυπνημένος να κοιτάζω τους επιβάτες να πηγαινοέρχονται μπροστά μου, ενώ στην ήρεμη  θάλασσα δελφίνια στα πλευρικά του πλοίου κολυμπούσαν και χοροπηδούσαν χαρούμενα.
Έμεινα ακουμπισμένος στα ρέλια να παρακολουθώ τα παιχνιδίσματα των κυμάτων, δεν είχα βιάση, όλος το χρόνος του θεού ήταν μαζί μου.
Πέρασε όλη η μέρα, ήρθε η νύχτα, ξανάρθε το πρωί και τότε άκουσα χαρούμενες φωνές που φώναζαν, «στεριά, στεριά». Σήκωσα το κεφάλι και αντίκρισα πέρα μακριά τη στεριά της Ελλάδας που σιγά οσο πλησέαζε, το λιμάνι του Πειραιά έπαιρνε τη μορφή του. Ένιωσα μια ανατριχίλα να με ριγά, σε λίγο θα πατούσα πανω στα ιερά χώματα της μάνας Πατρίδας, της Ελλάδας των Ελλήνων, της χώρας του πνεύματος και του φωτός.

17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973

Μπάρκο στο πλοίο "SAN DENIS"

Κατέβηκα από το πλοίο «Κνωσός» και πάτησα τα χώματα της ιερής Ελλάδας, της μεγάλης πατρίδας της μάνας αιώνιας γης όλων των σοφών του κόσμου και των μεγάλων ηρώων. Της τιμημένης λεβεντομάνας που γέννησε τους προγόνους μου που έμαθα να αγαπώ από μικρό παιδί και να τιμώ, γι αυτήν που έδωσα όρκο στο στρατό να δώσω το αίμα μου άν μου το ζητούσε…
Αυτά σκεφτόμουν και αναρριγούσα από συγκίνηση καθώς έσκυβα και φιλούσα τα άγια χώματα της.
Έτσι έμαθα να σκέφτομαι, με αυτά τα νάματα αναγιώθηκα, ήταν το μεγάλο πιστεύω μου, ένα πιστεύω που στην πορεία θα ανακάλυπτα ότι ήταν κούφιες ιδέες που μου εμφύτευσαν στη ψυχή οι γονείς μου, οι χωριανοί μου και οι δάσκαλοι μου. Στη μεγάλη μου πορεία που άρχισα στα δεκαενιά μου χρόνια, θα ανακάλυπτα ότι την Ελλάδα του φωτός την κατάντησαν χώρα του σκότους, και από αγαπημένη μάνα πατρίδα, μια Μάνα που έτρωγε τα παιδιά της και που την έδεσαν χειροπόδαρα προδότες και απάτριδες, όρνια αρπακτικά, υπάλληλοι πολυεθνικών  και άβουλα ανθρωπάκια χειρότερα από κοράκια.
Στάθηκα στην προβλήτα του μεγάλου λιμανιού την γεμάτη γερανούς που ξεφόρτωναν καλαμπόκι και σιτάρι απο τα φορτηγά πλοία που ήταν δεμένα στον ντόκο, και έριξα το βλέμμα μου ένα γυρω και είδα θεόρατες πολυκατοικίες να σκιάζουν όλο τον Πειραιά ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρωινές του ακτίνες ανάμεσα από τα πανύψηλα κτίρια.
Είχα ρωτήσει και ήξερα, εκεί που άραξε το πλοίο απέναντι ο μεγάλος δρόμος ήταν η ακτή Μιαούλη. Η χρυσή περιοχή του λιμανιού του Πειραιά που είχε ιστορία γραμμένη με χρυσό και πετρέλαιο. Που στα πολυώροφα κτίρια από γιαλί και τσιμέντο λειτουργούσαν χιλιάδες ναυτιλιακές εταιρείες με γραφεία πνιγμένα στην πολυτέλεια και
που απασχολούσαν χιλιάδες υπαλλήλους. Εκεί θα ρωτούσα, εκεί θα εύρισκα δουλειά στα πλοία, δεν ήταν δύσκολο μου είχαν πει. Ήμουν καθησυχασμένος με όσα ήξερα, γιατί άλλως πως, αλλοίμονο, ήμουν απένταρος, δεν θα ήξερα τι θα απογινόμουν μέσα στα άγνωστα μέρη και στους άγνωστους ανθρώπους.
Παρ όλα αυτά σκεφτόμουν, ότι και να συνέβαινε, αφου η γλώσσα ήταν κοινή, η Ελληνική εδώ στα ξένα, θα το πάλιωνα, ήμουν αποφασισμένος…
Έστεκα και κοίταζα τον ήλιο προσπαθώντας να προσανατολιστώ, να καταλάβω σε ποια μεριά έπεφτε η Αθήνα και ο Παρθενώνας, όταν ξάφνου άκουσα παραδίπλα μου κουβέντες με Κυπριακή λαλιά. Ήταν ένας νέος που κουβέντιαζε με ένα παπά. Με είδε που έστεκα και τον κοίταζα, με ρώτησε, γνωριστήκαμε, βρεθήκαμε κοντοχωριανοί. Ήταν ένας φοιτητής από την Κάτω Πάφο, ο Ανδρέας Παπάζωσιμας που σπούδαζε Οικονομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήρθε στο λιμάνι για να παραλάβει έναν δικό του άνθρωπο. Με προσκάλεσε για καφέ σε ένα καφενείο δίπλα στην ακτή Μιαούλη. Ήταν ένα μέρος που είχα ακούσει από την Κύπρο ότι σύχναζαν ναυτικοί, κυρίως Κύπριοι. Όταν είπαμε πολλά και γνωριστήκαμε καλά, ο Ανδρέας αποδείχτηκε ένας νέος με πολλή ευγένεια που με προσκάλεσε για οτιδήποτε δύσκολο να μην διστάσω να του γυρέψω βοήθεια. Ήταν μια πρόσκληση που εκ των υστέρων αποδείχτηκε πολύ βοηθητική και σωτήρια για μένα, διότι η εξεύρεση εργασίας στα καράβια δεν ήταν όπως περίμενα. Όταν άρχισα να ρωτώ για δουλειά απο γραφείο σε γραφείο, με απογοήτευση διαπίστωσα ότι υπήρχε μεγαλη κρίση στο επάγγελμα του ναυτικού. Ξεποδαριάστηκα ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες από πολυκατοικία σε πολυκατοικία προσπαθώντας να βρω μπάρκο. Η μέρα πέρασε όλη, ήρθε το δείλι, δεν είχα καταφέρει τίποτα. Έλπιζα ότι θα έβρισκα αμέσως δουλειά γιατί ήμουν απένταρος, δεν είχα χρήματα ούτε για φαγητό, ούτε για ξενοδοχείο.
Απελπισία με κυρίευσε, άλλως πως μου τα είπαν, άλλως πως τα βρήκα. Όμως μες την απελπισία μου, δόξασα το Θεό που βοήθησε και γνώρισα τον Ανδρέα, ήταν μια παρηγοριά μες τη πολλή σκοτούρα μου, έλπιζα να με φιλοξενούσε, εξ άλλου ο ίδιος από μόνος του είχε την καλοσύνη να μου προτείνει τη βοήθεια του. Μπήκα σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο και του τηλεφώνησα. Με ανακούφιση τον άκουσα στην άλλη γραμμή να λέει εμπρός. Του εξήγησα την δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρισκόμουν, και αμέσως πρόθυμα, μου απάντησε να τον περιμένω στο καφενείο της Βοσκοπούλας, και σε μια ώρα περίπου, θα ερχόταν να με βρεί.
Πράγματι ήρθε, με είδε κατσουφιασμένο και στενοχωρημένο, και με ένα πλατύ χαμόγελο μου είπε να μην στενοχωριέμαι και όλα θα πάνε καλά.
Μπήκαμε στο ηλεκτρικό τρένο και ανεβήκαμε στην πλατεία Ομόνοιας. Περπατήσαμε κάμποση απόσταση ως την πλατεία Συντάγματος και μπήκαμε σε ένα λεωφορείο με κατεύθυνση του Ζωγράφου που ήταν το σπίτι του καινούργιου μου φίλου του Ανδρέα Παπάζωσιμα.
Με φιλοξένησε, με βοήθησε, με ταΐσε, με ξενάγησε, αν δεν ήταν αυτός δεν ξέρω τι θα απογινόμουν. Κάθε μέρα κατέβαινα στον Πειραιά ψάχνοντας για δουλειά, όμως χωρίς αποτελεσμα. Στις πολλές μέρες, με μεγάλη δυσκολία και ένα φτηνό μεροκάματο σαράντα πέντε λιρών της Αγγλίας, κατάφερα να βρω μπάρκο. Ήταν ένα μικρό καράβι δυόμιση χιλιάδων τόνων, ήταν το "San Denis" της εταιρείας Φραγκίστας. Ήταν Παρασκευή 16 Νοεμβρίου σούρουπο, υπόγραψα συμβόλαιο εργασίας με τη πλοιοκτήτρια εταιρεία και πήρα το ηλεκτρικό να επιστρέψω στην Αθήνα.

Βγαίνοντας από τον υπόγειο σταθμό της Ομόνοιας έπεσα πανω σε ένα μεγάλο πλήθος κόσμου που φώναζε και διαδήλωνε για ελευθερία. Ήταν ουρές φοιτητών που είχαν συναχτεί έξω από το Πολυτεχνείο, που μεγάλωσαν και κατέκλυσαν όλη την κεντρική Αθήνα. Μαζί τους εργάτες τραγούδαγαν «πότε θα κάνει ξαστεριά».
Ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, η εξέγερση των φοιτητών, της νεολαίας και ολόκληρου του ελληνικού λαού κατά της χουντικής τυραννίας. Εκείνη τη μέρα παραμονή του Σαββάτου 17 Νοέμβρη, άρχισαν οι συγκρούσεις με την αστυνομία. Όταν η μεγαλη διαδήλωση που σχηματίστηκε κατευθύνθηκε προς το Πολυτεχνείο, η αστυνομία άρχισε να κτυπά. Τεθωρακισμένα εμφανίστηκαν και ένα τανκ έριξε κάτω την πύλη παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο και καταλαμβάνοντας το Πολυτεχνείο. Πυροβολισμοί έπεφταν και μάχες γίνονταν σώμα με σώμα. Τα δακρυγόνα γέμισαν την ατμόσφαιρα κάνοντας τα πλήθη να τρέχουν να γλυτώσουν.
Εγκλωβισμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος που επαναστατούσε και πολεμούσε για την Ελευθερία του, βρέθηκα εκείνο το βράδυ να παρακολουθώ τη βαναυσότητα των αστυνομικών και των στρατιωτών ενάντια στον Ελληνικό λαό που ζητούσε μόνο Δημοκρατία.
Με τίμημα μόνο την εισπνοή δακρυγόνων, κατάφερα απο τοίχο σε τοίχο και ξέφυγα από το πλήθος πρώτα τρέχοντας και ύστερα περπατώντας με γοργό βάδισμα στις σκιές των κτιρίων. Διάνυσα περπατητός την μακρινή απόσταση ως του Ζωγράφου ξεφεύγοντας από τον κίνδυνο της επανάστασης στην οποία όπως μάθαμε την άλλη μέρα από φοιτητές, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στα τυφλά στο ανώνυμο πλήθος που διαδήλωνε.


Εκείνη τη μέρα αποχαιρέτησα το φίλο μου, πήρα το λεωφορείο για την Ελευσίνα που στο λιμάνι της ήταν αγκυροβολημένο το φορτηγό πλοίο "San Denis". Θα ήταν το σπίτι μου για ολόκληρο σχεδόν τον επόμενο χρόνο. Ήταν ένα μικρό πλοίο που όταν σαλπάραμε το ένιωσα έρμαιο σε κάθε τρικυμία και κύμα κάνοντας τα σωθικά να βγαίνουν από το ανάποδο του ταρακούνημα, που όμως εκ των υστέρων είδα ότι όλη η ταλαιπωρία ήταν άξια κόπου, καθώς διαπίστωσα πως να είναι κάποιος ταξιδευτής και να βλέπει καινούργιες χώρες και μέρη εξωτικά, μα και ωραία πραγματα παράξενα, είναι μεγάλο ζήτημα. 

Η ΠΟΡΝΗ

Ήμουν δεκαεννιά χρονών και έφυγα από τον τόπο μου,πήγα σε ξένα μέρη. Εγκατέλειψα τη χιλιοβασανισένη μικρή μου πατρίδα που ο θεός της έταξε από τα βάθη των αιώνων να έχει πάντα την ίδια ιστορία, σκλαβιά και κατατρεγμό. Έφυγα λίγους μήνες πριν το Χουντικό πραξικόπημα και την Τούρκικη εισβολή, γλυτώνοντας από τον εμφύλιο σπαραγμό και τη βία του Αττίλα. 
Ξεκίνησα για μια καλύτερη μοίρα, για μια δουλειά και για ένα κομμάτι ψωμί. Το ταξίδι μου με το πλοίο ΚΝΩΣΟΣ, ήταν ένα ήρεμο ταξίδι σε μια γαλήνια θάλασσα, αλλά με φουρτούνα στην καρδιά μου, καθώς πρώτη φορά έφευγα για άγνωστους τόπους και μέρη μακρινά που γνώριζα μόνο από γεωγραφικούς χάρτες.

Με μύριες σκέψεις βασανιστικές που έκαναν το μυαλό μου ανήσυχο, την πρώτη μέρα έστεκα όλη μέρα στη πρύμη παρακολουθώντας το νησί μου να μένει πίσω μακριά μου, να χάνεται και να σβήνει στην άκρη εκεί που έγερνε η θάλασσα σχηματίζοντας έναν άλλο ορίζοντα.
Νύχτωσε και ξημέρωσε, και η αυγή με βρήκε στο πλαϊνό του πλοίου, γερμένο στα ρέλια να παρακολουθώ τις μακρινές ακτές της Ρόδου που φάνηκαν στον ορίζοντα να ζυγώνουν, και σιγά να ξεχωρίζουν τα κάστρα της περίκλειστης πόλεως με τα εντυπωσιακά μεσαιωνικά τείχη που κατά τους αρχαίους καιρούς πριν το μεσαίωνα, αποτελούσαν την οχύρωση της.
Ήταν σπουδαία οχυρωματικά έργα της περιόδου των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου, και σπουδαία αξιοθέατα περίσσιας αίγλης και ομορφιάς στους σημερινούς καιρούς. Το πλοίο της γραμμής έδεσε στο μακρύ βραχίονα του λιμανιού, και τα μεγάφωνα από τη γέφυρα μας ενημέρωσαν πως είχαμε λίγες ώρες στη διάθεση μας για να περιδιαβουμε την πόλη της Ρόδου.
Η κεντρική πλατεία της πόλεως δίπλα στο λιμάνι ήταν κτισμένη κυριολεχτικά με αρχαία ή και ελάχιστα καινούργια κτίσματα που έδεναν μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα θαυμαστό θέαμα χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων. Μικροπωλητές με καροτσάκια, και μικρομαγαζάτορες τουριστικών ειδών, ταβερνάκια κτισμένα μέσα στα χοντρά τείχη της πόλεως, και στενά ανηφορικά δρομάκια και σκαλοπάτια που οδηγούσαν στις πολεμίστρες, ένα συνονθύλευμα όλα μαζί, έφτιαχναν τη ξεχωριστή και ξακουστή Ελληνική μεσαιωνική  τουριστική πόλη της Ρόδου.
Εκείνη η ημερομηνία θυμάμαι, ήταν περίπου η δωδεκάτη μέρα του μηνός Νοεμβρίου 1973.

Τη δεύτερη φορά που επισκέφθηκα τη Ρόδο το ημερολόγιο έδειχνε 19 του Νοέμβρη, μια εβδομάδα αργότερα από την πρώτη. Θυμάμαι καλά την ημερομηνία γιατι είχα κλείσει συμβόλαιο για ναμπαρκάρω με την εφοπλιστική εταιρεία Φραγκίστας στις 17 Νοέμβρη 1973, ημέρα των μεγάλων γεγονότων που αρχίνησε η αντίστροφη πτώση της Χουντικής κυβέρνησης στην Ελλάδα μετά την εξέγερση των φοιτητών και την κατάληψη του πολυτεχνείου. Εκείνη τη μέρα επέστρεψα από τον Πειραιά με το ηλεκτρικό τρένο, και βγαίνοντας από την υπόγεια στάση στην πλατεία Ομονοίας,  βρέθηκα ανάμεσα σε πλήθος διαδηλωτών που φώναζαν για ελευθερία, ενώ στρατιές αστυνομικών και στρατιωτών με τη συνοδεία τεθωρακισμένων αρμάτων, τους χτυπούσαν στο ψαχνό με πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα.
Την επόμενη εκείνης της μέρας αναχώρησα με λεωφορείο για την Ελευσίνα, όπου στο λιμάνι ένα φορτηγό πλοίο ξεφόρτωνε. Ήταν το πλοίο ‘‘San Denis” που κουβαλούσε ξυλεία από τα λιμάνια της Οδησσού και του Νοβοροσίσκ, με συνήθη προορισμό την Ελλάδα. Παρουσιάστηκα στον καπετάνιο ο οποίος με ναυτολόγησε ως πλήρωμα του πλοίου, και ακολούθως με παρέπεμψε να παρουσιαστώ στον πρώτο μηχανικό για να μου αναθέσει καθήκοντα.
Στο λιμάνι της Ελευσίνας παραμείναμε λίγες ώρες ακόμη όσο χρειάστηκε για να ξεφορτώσουμε, και αποπλεύσαμε για το Ναύπλιο και ακολούθως για τη Ρόδο, όπου και στους δυο προορισμούς, διανέμαμε φορτίο.
Φτάσαμε ενωρίς το βράδυ, και μόλις δέσαμε αμέσως οι γερανοί άρχισαν ξεφόρτωμα. Ήταν οκτώ η ώρα, και μόλις τέλειωσα τη βάρδια μου στη μηχανή που ήταν από τις τέσσερις ως τις οκτώ. Βγήκα στη κουβέρτα κα είδα το λιμάνι με την πόλη φαντασμαγορική από τα φώτα, με λάμπες νέον που έκαναν την νύχτα μέρα. Αντίκρυσα ξανά τα μεσαιωνικά τείχη με τους ψηλούς πύργους, και για δεύτερη φορά η αίγλη και το μυστήριο που ανάδιδαν εκ της όψεως τους, με ταξίδευσαν σε καιρούς παλαιούς και ιστορικούς.
Χρειαζόμασταν λίγες ώρες για το ξεφόρτωμα, και ακολούθως θα αναχωρούσαμε για άλλο κοντινό νησιωτικό λιμάνι του Αιγαίου. Ήξερα πως είχα στη διάθεση μου λίγες ώρες για να σεργιανήσω στην πόλη, αλλά καθώς δεν είχα χρήματα αφού ήταν η δεύτερη μου μέρα στο πλοίο, αποφάσισα περπατητός να την περιδιαβώ και να περιηγηθώ τη μεσαιωνική πόλη με τα αρχαία τείχη και τους πύργους που την περιέκλειαν.
Από την είσοδο του λιμανιού πέρασα την ψηλή πόρτα και εισηλθα εντός των τειχών, όπου αντίκρυσα το εσωτερικό της πόλεως που σχεδόν ολόκληρη ήταν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά σε ίδια κατάσταση όπως τον καιρό που κτίστηκε πριν πολλούς αιώνες. Τουρίστες πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω, και εγώ ανάμεσα τους χάζευα τις βιτρινες στα καταστήματα τα βαρυφορτωμένα με σουβενίρ από κεραμικά τέλεια αντίτυπα αρχαίων Ελληνικών αμφορέων και άλλων αντικειμένων, καθώς και τουριστικών οδηγών και περιοδικών.
Στην άκρια μιας βιτρινας εκεί που τέλειωνε το κτίριο, μια γυναίκα εστεκε, και από μακριά την παρακολούθησα να σταματά κάποιους περαστικούς και κάτι να τους λέει, αλλά αυτοί έφευγαν μακριά της. Στάθηκα λίγο και κοίταζα, καθώς πρόσεξα πως απευθυνόταν σε περαστικούς μοναχικούς άνδρες. Υποψιάστηκα πως ήταν κάποια πόρνη εν ώρα επαγγέλματος.
Με είδε που την παρακολουθούσα, και με νωχελικό λικνιστό βήμα προχώρησε προς το μέρος μου. Με κάρφωσε στα μάτια με κάτι μάτια πανέμορφα και κατάμαυρα σχηματισμένα γύρω με μαύρο μολύβι σε σχήμα ψαριού, μεγάλα και μπιρμπιλωτά που πιο όμορφα δεν είχα αντικρύσει και με έκαναν να λαχταρίσω. Ήταν λυγερόκορμη με μικρό κορμί, αλλα μεγάλη στην ηλικία. Την λογάριασα κοντά στα πενήντα, καθώς είδα το πρόσωπο της σκαμμένο με ρυτίδες και πρόωρα γερασμένο. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν μικρότερη, αλλά το επάγγελμα της ήταν πολύ σκληρό για να μπορέσει να διατηρηθεί νέα και όμορφη. Τα ρούχα της δεν ήταν επιτηδευμένα, και εκτός από τα μάτια της με το έντονο σκιάδι, ήταν ατημέλητη, άβαφη κι αστόλιστη. Ποτέ μου δεν θα φανταζόμουν πως ήταν μια κοινή γυναίκα αν δεν έβλεπα την συμπεριφορά της. Έμοιαζε με μια καημένη γυναίκα συνηθισμένη και απλοϊκή που μέσα στο πλήθος περνάει απαρατήρητη, ώσπου κάποιος να πρόσεχε τα πανέμορφα μάτια της. Δυο όμορφα μάτια φεγγοβόλα, που ανέδιναν λάμψη και φως.
Σκέφτηκα πως δεν είχα χρήματα να την αγοράσω, εξ άλλου δεν με τραβούσε σαν γυναίκα. Είχε δυόμισι φορές τα χρόνια μου, και δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να έχω οποιοδήποτε Οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Εξ άλλου σε λίγες μέρες θα πιάναμε Ρωσία όπου οι γυναίκες εκεί, αγαπούσαν πολύ τους ναυτικούς και ήσαν άφθονες, εξ όσων κάποιος ναύτης μου είχε πει.
-Για σου παλικάρι, είσαι για παρέα;
μου είπε, με μια προφορά που έμοιαζε Κυπριακή.
Πιάσαμε ψιλή κουβέντα και της είπα πως ήμουν πρωτόμπαρκος και δεν είχα χρήματα. Πως ήρθα από την Κυπρο απένταρος, και στο πλοίο είχα μόλις μιάμιση μέρα. Αυτή όμως κοιτάζοντας με σταθερά κατάματα με τα ωραία της μάτια που σίγουρα ήξερε την ομορφιά τους και τη δύναμη τους, με έπεισε πως την ήθελα. Μου είπε πως ήταν Τουρκοκρητηκιά, και πως στον έρωτα ήταν δασκάλα. Μου είπε πως με γούσταρε πολύ, και πως με τραβούσε η όρεξη της.
Αν και καταλάβαινα πως με δούλευε για να με πείσει, εντούτοις μια στεναχώρια με κυρίεψε καθώς σκέφτηκα πως πράγματι την επιθυμούσα, και πως έτσι μεγάλη και επαγγελματίας θα με μάθαινε καλά τον έρωτα.
Ήμουν δεκανιά χρονών, και ήμουν άβγαλτος με τις γυναίκες. Όλη μου τη ζωή την έζησα στην ύπαιθρο σε μια κοινωνία που κάποιος για να κάνει σεξ, έπρεπε να αρραβωνιαστεί, ή να πάει στα λιγοστά πορνεία. Πράγματα και τα δυο απαγορευμένα για μένα καθώς ήμουν φτωχός και απένταρος. Έτσι την έβγαζα με τον εαυτό μου, αλλά κάθε φορά σκεφτόμουν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ηδονή και η ευχαρίστηση όταν θα έκανα έρωτα πραγματικό. Είχα πάντα μεγάλες προσδοκίες για την πρώτη φορά, γι αυτό τώρα που μου την έπεσε πρώτη φορά στη ζωή μια γυναίκα, έστω και πόρνη, στεναχωρεθηκα που δεν είχα χρήματα να την αγοράσω.

Είχε ένα γλυκό τρόπο συμπεριφοράς και μιλούσε με μια αθωότητα παιδική, που ενώ έλεγε λόγια για σεξ και ηδονή, για σαρκικό έρωτα και για απολαύσεις επί πληρωμή, εντούτοις δεν έμοιαζε με τις εταίρες εκείνες τις συνηθισμένες των πεζοδρομίων και των κόκκινων φαναριών με το σκληρό ύφος και τη χυδαία εμφάνιση και συμπεριφορά. Έδειχνε μια ευγενική μορφή με θλιμμένο πρόσωπο που κοιτάζοντας με κατάματα με τα θεόρατα της μάτια, με έκανε να σκέφτομαι πως έμοιαζε ίδια με άγια γυναίκα.
Της είπα ότι δεν έμοιαζε πουτάνα, και αντίκρισα στο πρόσωπο της μια ικανοποίηση. Δεν μου απάντησε, παρά μόνο συνέχισε να με ψαρεύει. Μου είπε πως μπορούσα να δανειστώ χρήματα από συναδέλφους μου, πως μπορούσα να ζητήσω έναντι από τον καπετάνιο, πως ακόμα μπορούσα να την πληρώσω σε είδος. Σκέφτηκα πως ήταν πλήρως καταρτισμένη για τους ναυτικούς, πως ήξερε πολλά γι αυτούς και τον τρόπο διαβίωσης τους. Ήταν φυσικό όμως αυτό, κατέληξα με τη σκέψη μου, αν το επάγγελμα της το εξασκούσε στο λιμάνι, σίγουρα έμαθε πολλά από τους ναυτικούς.  
Κουβέντα στη κουβέντα, με έπεισε και συμφωνήσαμε αντί πληρωμής, να της δώσω δυο κούτες τσιγάρα μάρκας ΚΕΝΤ. Ήταν ακριβά τσιγάρα πολυτελείας της εποχής με ελαφρύ χαρμάνι, που τα προτιμούσαν οι αριστοκράτισσες γυναίκες ή όσες ήθελαν να τις παριστάνουν.

Καθώς μου έδωσε να καταλάβω πως όλα τα ήξερε, τη ρώτησα αν μπορούσα να την πάρω πάνω στο πλοίο, στην καμπίνα μου. Μου απάντησε πως βεβαίως μπορούσα, η Ρόδος ήταν free transit νησί.
Η καμπίνα μου ήταν στο δεύτερο deck του καταστρώματος δίπλα από τη τσιμινιέρα. Ήταν ευρύχωρη και άνετη. Είχε στις δυο μεριές από ένα φινιστρίνι, αλλά τα είχα πάντα κλειστά γιατί από το φουγάρο πολλές φορές έπεφτε καπνιά και σταχτιά. Δούλευα στη μηχανή στα έγκατα του πλοίου, και αναπαυόμουν στο ψηλότερο του σημείο, ελάχιστα χαμηλώτερα από το πιλοτήριο της γέφυρας. Οι υπόλοιπες καμπίνες του πληρώματος ήταν στο εσωτερικό του πλοίου. Για να πάω στη δική μου, έβγαινα στην κουβέρτα και ανέβαινα μια σιδερένια σκάλα που ήταν στην άκρη της κουβέρτας. Όταν είχε τρικυμία τα κύματα την έλουζαν, και όταν είχε μπότζι χρειαζόταν πολλή προσοχή να την ανέβει κάποιος. Ήταν επικίνδυνη, και όταν έβρεχε και όταν η θάλασσα ήταν ταραγμένη, δεν μπορούσα να πάω να κοιμηθώ εκεί, παρά περίμενα να κοπάσει η βροχή και η θάλασσα. Ήταν λοιπόν γι αυτούς τους λόγους που έδωσαν σε μένα ένα πρωτόμπαρκο, μια τόσο ευρύχωρη καμπίνα και όχι σε κάποιον παλιό ή κάποιον αξιωματικό.
Ανεβήκαμε στο κατάστρωμα και οδήγησα την Τουρκάλα στη καμπίνα μου. Περάσαμε από τη μια μεριά του πλοίου στην άλλη χωρίς να συναπαντήσουμε κάποιον του πληρώματος, και μέσα στο μισοσκόταδο τη βοήθησα ν ανεβεί τη σκάλα. Μπήκαμε μέσα, και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να γδύνεται.
Έβγαλε τα παπούτσια, το φουστάνι, έμεινε με το μεσοφόρι. Ήταν διάφανο και φαίνονταν τα εσώρουχα της μεταξωτά, λεπτά και όμορφα. Έσκυψε να βγάλει τις νάιλον κάλτσες που ανέβαιναν ψηλά πάνω στους μηρούς της, και με κοίταξε ενθαρρυντικά, καθώς αμήχανος εστεκα ακίνητος και την παρακολουθούσα. Σηκώθηκε και με πλησίασε. Σταθηκε μπροστά μου και αγγίζοντας ελαφριά το κορμί μου με το κορμί της, άρχισε να μου ξεκουμπώνει το πουκάμισο αργά και νωχελικά.
Όταν κατάλαβε την αναστάτωση μου από το άγγιγμα της, με ναζιάρικο τρόπο μου ζήτησε να της δώσω τα τσιγάρα που συμφωνήσαμε.
Πολύ μου κακοφάνηκε η συμπεριφορά της, και ένιωσα τη λίμπιντο μου να πέφτει καθώς πλήγωσε τον αντρικό εγωισμό μου, αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι δεν ήρθε μαζί μου επειδή με αγάπησε ή με γουστάρισε, αλλά γιατι ήταν πουτάνα επί πληρωμή, γιατί είχαμε συμφωνήσει να την πληρώσω με δυο κούτες τσιγάρα μάρκας ΚΕΝΤ.
Άνοιξα το συρτάρι στην κουκέτα μου, και της έδωσα τις δυο κουτες. Τις πήρε και γυρνώντας από την άλλη, τις έβαλε σε μια άκρη. Άπλωσε ύστερα τα δυο της χέρια, και πιάνοντας το μεσοφόρι της σταυρωτά, το τράβηξε και το έβγαλε. Έμεινε ημίγυμνη με τα εσώρουχα της.

Ήταν μια γλυκιά πρωτόγνωρη εμπειρία η πρώτη μου φορά, μια ευχάριστη σεξουαλική πράξη που τελείωσε με επιτυχία, και όχι με προβλήματα όπως συνήθως ένεκα φοβίας συμβαίνει στους περισσότερους αρσενικούς στην πρώτη τους φορά κατά πως λέγουν οι σεξολόγοι επιστήμονες.
Γύραμε ανάσκελα και κοίταξα το χαμηλό ταβάνι της καμπίνας, με ένα αίσθημα ευφορίας  να με διακατέχει. Ήταν καλή δασκάλα, και με τον γλυκό της τρόπο, δεν μου άφησε περιθώρια να σκεφτώ φοβικά ή αρνητικά σ αυτό το λεπτό ζήτημα της πρώτης μου φοράς. Ευχαριστημένος, τη ρώτησα αν ήθελε τσιγάρο. Αυτή μου έγνεψε καταφατικά, και εγώ γυρνώντας στο πλάι άπλωσα το χέρι μου στο κομοδίνο να πάρω το πακέτο. Με το γύρισμα μου στο πλευρό, μου φάνηκε πως το βλέμμα μου πήρε μια κίνηση από το φινιστρίνι, μέσα στο μισοσκόταδο της νύχτας που απλωνόταν έξω.
Αλαφιασμένος και αναστατωμένος, σκέφτηκα πως μας πιάσανε επ αυτοφώρω. Στα γρήγορα έβαλα το παντελόνι, και στα γρήγορα άνοιξα την πόρτα για να πιάσω στα πράσα τους ανάγωγους που κρυφοκοίταζαν από ξένα παραθύρια.
Ανοίγοντας την πόρτα δεν το έβαλαν στα πόδια οι ένοχοι ματάκιδες, παρά εν χωρώ άρχισαν να με ζητωκραυγάζουν. Σαστισμένος άκουγα τα πειράγματα τους και τα συγχαρητήρια τους για το ωραίο θέαμα που τους πρόσφερα. Κοίταξα ανήσυχα μέσα στην καμπίνα μου για να δω αν ενοχλήθηκε η σύντροφος μου, και είδα την γυναίκα με ένα τσιγάρο στο στόμα να κάθεται στο κρεβάτι με το σεντόνι να της μισοσκεπάζει τα πόδια και τη λεκάνη, ενώ τα στήθη της κρέμμονταν χαλαρά καθώς ήταν προς τα κάτω, χωρίς τσίπα ντροπής να υπάρχει στο πρόσωπο της.
Πιέζοντας τη ντροπή μέσα μου, έκανα και εγώ ότι και οι άλλοι, με μια στωική φιλοσοφία άφησα να παρασυρθώ στην ίδια χυδαία συμπεριφορά με τη δική τους. Ήταν μαζεμένοι σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι μου, δηλαδή όλοι κι όλοι  λιγότεροι από δέκα, αφού το πλοίο ήταν μικρό, το ίδιο μικρό ήταν και το πλήρωμα.

Όλη την ιστορία μετά που πέρασαν πολλά χρόνια όταν την θυμάμαι, σκέφτομαι μέσα μου πόσο τυχερή ήταν εκείνη τη βραδιά η φτωχή γριά πουτάνα με τα μεγάλα και ωραία μαύρα μάτια. Εκείνη τη φορά έκανε βίζιτες στη σειρά με όλο το πλήρωμα, αφού μετά το ωραίο θέαμα όλοι ήθελαν να κάνουν μια σεξουαλική πράξη μαζί της, πληρώνοντας φυσικά το αντίτιμο.